
Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ 40 ΝΑΝΟΙ
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στις άκρες ενός δάσους στο Βόρειο Πόλο, ο οποίος τότε ήταν μια τεράστια περιοχή, ένας μάστορας που αλλιώς λεγόταν, όμως οι άνθρωποι τον φώναζαν «Κοκκινοσκουφάκη». Το δάσος ήταν καταπράσινο, όμως με αυτό το χρώμα δε θα το έβλεπε ποτέ κανείς, γιατί τα δέντρα του τον πιο πολύ καιρό, ήταν σκεπασμένα με χιόνι. Δίπλα στο δάσος υπήρχε μια μεγάλη πόλη όπου οι κάτοικοί της είχαν χτίσει ανάμεσα στα σπίτια τους, με μεγάλο κόπο, σαράντα καμπαναριά. Και που υπολόγιζαν πως ο ήρωας μας θα πρόσθετεκάποτε σε αυτά τα καμπαναριά μηχανισμούς που να μετρούν το χρόνο, δηλαδή ρολόγια.
Ο Κοκκινοσκουφάκης ήταν, όπως καταλάβατε, ωρολογοποιός, κι ανήκε, όπως όλοι οι ωρολογοποιοί της εποχής του, στη φυλή των Παντανέων. Οι Παντανέοι δεν ήταν ξωτικά ή μάγοι! Ήταν άνθρωποι που μπορούσανόμως, με την τέχνη τους, να ρυθμίζουν το χρόνο, ώστε να πηγαίνει, ανάλογα με τα γούστα τους, μπρος ή πίσω. Τώρα, αυτό τους ωφελούσε και στα πιο ασήμαντα πράγματα: αν κάπου -για να σας δώσω ένα απλό παράδειγμα: σε ένα μάθημα- είχαν καθυστερήσει δεκαπέντε λεπτά, αντί να στεναχωρηθούν, δεν είχαν παρά να ρυθμίσουν το ρολόι τους, έτσι ώστε ο χρόνος να επιστρέψει πίσω, στη σωστή -γι΄αυτούς, μόνο, σωστή- ώρα. Με αυτόν τον τρόπο δε χρειαζόταν να προγραμματίσουν ποτέ τίποτε. Κι όμως, όλα βάδιζαν –μόνο για εκείνους, βέβαια- πολύ κανονικά. Αυτό όμως ήταν το λιγότερο· το πιο σημαντικό ήταν άλλο! Πως, με την τέχνη του ωρολογοποιού, κατάφερναν -όχι μόνο για τον εαυτό τους, μα και για όσους βρίσκονταν κοντά τους- άλλες φορές να εμποδίζουν τις μέρες και τα χρόνια κι άλλες να τα αφήνουν να κυλούν πιο γρήγορα πάνω τους. Αν ήθελαν να γεράσουν γρήγορα, το κατάφερναν, κι ας μη γίνονταν, έτσι –πάντα- πιο σοφοί. Όμως, μπορούσαν, όσοι θέλαν, και να μένουν “πάντα-νέοι”.
Ο δικός μας μάστορας είχε διαλέξει το δεύτερο, κι είχε παραμείνει για πολύ καιρό νεαρός. Τη σοφία την είχε κυνηγήσει αλλιώς, με τα ταξίδια και το διάβασμα. Την τέχνη του την είχε μάθει περιπλανώμενος σε χώρες εντελώς διαφορετικές από τη δική του. Το κανονικό του όνομα ήταν, όπως είπαμε, επίσης άλλο, όμως,σε όλες αυτές του τις περιπλανήσεις επέμενε –κι έτσι του κόλλησαν το παρατσούκλι- να φοράει στο κεφάλι του ένα κατακόκκινο σκουφί.
Είχε ταξιδέψει ο ήρωάς μας στην Αίγυπτο, μια χώρα που το μεγαλύτερο μέρος της ήταν σκεπασμένο από άμμο κι είχε δει με την άμμο αυτή να κατασκευάζουν μηχανισμούς που μετρούσαν το χρόνο. Ήξερε πως οι Αιγύπτιοι ήταν οι πρώτοι που χώρισαν τη μέρα σε δύο ίσα μέρη. Και πως, με την βοήθεια του αριθμού δώδεκα, κάθε ένα από αυτά τα μέρη το είχαν χωρίσει σε πιο μικρά κομμάτια, κι έτσι είχαν φτιάξει τις 24 (12 για την ημέρα και 12 για την νύχτα) ώρες.
Κι είχε επισκεφθεί την Αρχαία Ελλάδα –που τότε δεν ήταν αρχαία, αλλά κανονική Ελλάδα- μια χώρα με λαμπερό ήλιο, όπου του είχαν δείξει ένα ωραίο ρολόι που δούλευε ακριβώς με το φως του ήλιου και τη σκιά. Και του είχαν εξηγήσει τη λειτουργία του, και πώς μπορείς να το κατασκευάσεις. Το μόνο πρόβλημα –αυτό το είχε σκεφτεί κι εκείνος- ήταν ότι τη νύχτα, που ο ήλιος ξεκουράζει τα άλογά του στη Δύση, κανείς δεν ήξερε τι ώρα είναι, κι έτσι γινόταν μπέρδεμα μεγάλο.
Κι αυτοί οι ίδιοι είχαν βρει την τελική –έτσι νόμιζαν- λύση να τρυπήσουν ένα κανάτι, κι από αυτό να αφήσουν να τρέχει το νερό, όπως οι Αιγύπτιοι έκαναν με την άμμο, ώστε να μετρούν το χρόνο, χωρίς να έχουν ανάγκη τον ήλιο. Κι έτσι, πρώτοι ονόμασαν το μηχανισμό αυτό κλεψύδρα, γιατί η τρύπα της, δήθεν, τους έκλεβε το ύδωρ· δηλαδή, το νερό.
Ο Κοκκινοσκουφάκης ο ωρολογοποιός, είχε βρεθεί όπου αλλού μπορούσες να φανταστείς: στη Ρώμη και στην Κίνα, στην Περσία, στην Αραβία... Σχεδόν παντού. Και στο τέλος, μετά από σαράντα ολόκληρα χρόνια, είχε επιστρέψει στη πατρίδα του.
…
Όμως εκεί, στην πόλη του -που την έλεγαν “η πόλη με τα σαράντα καμπαναριά”, και σας εξήγησα γιατί- είχε πια καταντήσει άλλος ένας άνεργος ωρολογοποιός. Γιατί στο Βόρειο Πόλο φυσικά δεν έχει άμμο. Κι ο ήλιος είναι πάντα κουρασμένος και δε σηκώνεται ψηλά. Κι αν σηκωθεί, είναι κρυμμένος πίσω από σύννεφα και δεν έχει τη δύναμη να φωτίσει καλά. Αν πεις για το νερό, κι ας έχει άφθονο, αυτό –σχεδόν πάντα- είναι παγωμένο και οι κλεψύδρες, ότι κι αν κάνεις, δεν λειτουργούν. Κι αισθανόταν ο κακόμοιρος ο Κοκκινοσκουφάκης, χωρίς άμμο, χωρίς ήλιο και χωρίς τρεχούμενο νερό, απογοήτευση και απέχθεια για όλα όσα ήξερε, και που δε χρησίμευαν σε τίποτε στους ανθρώπους. Τα καμπαναριά έμεναν χωρίς ρολόγια, κι οι κάτοικοι της πόλης, βέβαια, χωρίς να δείχνουν κατανόηση, θύμωναν μαζί του. Από τη στεναχώρια του είχε αφήσει και το χρόνο να κυλά. Άσπρισαν τα μαλλιά του κάτω από το σκούφο και δεν έμοιαζε, καν, νέος…
Όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, μια μέρα που χιόνιζε κι που καθόταν πικραμένος με το πόσο άδικο του φαινόταν οι άνθρωποι να τα βάζουν μαζί του, μόνο και μόνο επειδή στο Βόρειο Πόλο δεν έχει ήλιο και χιονίζει, εμφανίστηκε μπροστά του η λύση. Τώρα… η λύση δεν εμφανίζεται έτσι! Συχνά, μοιάζει με κάτι ασυνήθιστο, που μας προφταίνει ξαφνικά. Στην περίπτωσή μας, όμως, επρόκειτο για κάτι συνηθισμένο σε εκείνα τα μέρη. Η λύση ήταν μια μικρή, λευκή αλεπού.
…
Πρέπει να πούμε, κι ας χάνουμε λίγο από τον χρόνο μας, πως ένα άγριο ζώο δεν πλησιάζει εμάς τους ανθρώπους από την αρχή. Έτσι και στην περίπτωσή της ιστορίας που σας διηγούμαι. Για εβδομάδες, ενώ ο Κοκκινοσκουφάκης καθόταν σε μια καρέκλα έξω από την καλύβα του, η αλεπουδίτσα εμφανιζόταν -στην αρχή για λίγο, κατόπιν ώρες πολλές- ανάμεσα στα δέντρα, εκεί που τελειώνει το ξέφωτο κι αρχίζει το δάσος, και τον παρατηρούσε από μακριά. Στην αρχή, ο ωρολογοποιός δοκίμασε δυο-τρεις φορές να την πλησιάσει. Όμως εκείνη, στην πρώτη του κίνηση, κάθε φορά το έσκαγε, χωρίς να αφήνει πίσω της πατημασιές. Μετά από λίγο ο ήρωας μας παραιτήθηκε, κι όταν την έβλεπε, έμενε απλώς να την κοιτάζει από τη θέση του. Στο τέλος, όμως, όταν πια ο ένας είχε συνηθίσει να βλέπει τον άλλο από απόσταση, η αλεπουδίτσα τον πλησίασε από μόνη της και του μίλησε με ανθρώπινη φωνή:
-Ξέρω πως είσαι στεναχωρημένος, ίσως και λίγο θυμωμένος, με το χιόνι, ήταν τα πρώτα της λόγια. Όμως κάνεις λάθος! Οι νιφάδες είναι όμορφες. Και με αυτές ακριβώς, μπορώ να σε βοηθήσω να φτιάξεις ένα ρολόι που θα δουλεύει όταν χιονίζει! Δες τις, σε παρακαλώ, για λίγο, από κοντά.
Και, λέγοντας αυτά, άπλωσε κι έκοψε έναν κρύσταλλο από το πρεβάζι του παραθύρου, που μπορούσε να λειτουργήσει ως μεγεθυντικός φακός, και τον έβαλε να τις κοιτάξει μία μία. Ήταν εκπληκτικές.
-Τι βλέπεις; τον ρώτησε.
-Βλέπω απίθανα σχέδια, συμμετρικά, ρυθμικά, τέλεια, απάντησε εκείνος. Κι όποια νιφάδα κι αν κοιτάξω, δε μοιάζει με καμιά άλλη γειτονική. Κι αν δω την μια, αυτή, λέω, είναι η σωστή. Κι όταν κοιτάξω την διπλανή της, ξεχνώ την προηγούμενη, κι αυτή μου αρέσει τώρα πιο πολύ. Κι όπως αστράφτουν όλες, πλημμυρίζουν τον κόσμο με χρώματα!
Όλα αυτά τα έλεγε με ενθουσιασμό. Ήταν, για λίγο, ξέγνοιαστος και χαρούμενος, σα μικρό παιδί.
-Αυτή είναι, λοιπόν, η λύση! του είπε τότε η αλεπουδίτσα. Αυτές οι νιφάδες είναι γρανάζια, ρόδες με δόντια. Καθεμιά τους είναι ένα διαφορετικό γρανάζι. Κι αν κανείς ψάξει να βρει και να ενώσει μεταξύ τους τα κατάλληλα γρανάζια, θα φτιάξει ένα μηχανισμό που θα γυρνάει το χρόνο με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Σαράντα τέτοιους μηχανισμούς θα χρειαστείς. Ένα για κάθε καμπαναριό.
Τα λόγια της τον προσγείωσαν απότομα. Κι η ανησυχία ξαναγύρισε.
-Μα καλά, είπε, εγώ είμαι χρονοποιός. Δεν είμαι μάγος! Πώς θα μπορέσω να τα καταφέρω, έτσι που αφέθηκα και γέρασα; Με χέρια χοντρά, που τρέμουν και μάτια που δε βλέπουν καλά;
-Μη σε νοιάζει, τον καθησύχασε η αλεπουδίτσα, εσείς οι άνθρωποι κάνετε θαύματα, χωρίς να είστε μάγοι. Και δεν φτιάχνετε μόνο μεγάλα πράγματα, όπως οι Πυραμίδες, αλλά και μικρά, που το μάτι δε βλέπει, παρά με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού. Σαράντα νάνους θα σου βρω! Με δάκτυλα μικρά και μάτια κοφτερά. Θα σου τους φέρω για βοηθούς, κι ο καθένας θα κατασκευάζει και από ένα σχέδιο ρολογιού. Ξέρω ένα νάνο, Τσέχο γλύπτη που σχεδιάζει ολόκληρα καραβάνια στο μάτι μιας βελόνας… Κι έναν Άραβα καλλιγράφο, που σε μια σελίδα σχεδιάζει ό,τι κανονικά θα έπρεπε να απλωθεί σε ένα σεντόνι. Κι έναν Έλληνα φοιτητή –νάνος και αυτός- που μπορεί να σου σκαρώσει ένα ολόκληρο βιβλίο που να χωράει στο δακτυλάκι σου… Ξέρω τον Σημ, τον Ρεκ, τον Γκόμπυ, τον Χαράμ. Τον Ράμαν, τον Σαλάχ, τον Τοτ… Αράδιαζε ονόματα και περιπτώσεις νάνων και είχε πάρει φόρα.
Ο Κοκκινοσκουφάκης, όμως, ήταν, ακόμη, δύσπιστος.
-Και καλά, μπόρεσε να τη διακόψει. Τα σχέδια; Ποιος θα συνδυάσει τις κατάλληλες νιφάδες, τη μια κοντά στην άλλη, μεγάλες και μικρές, για να δουλέψει ο μηχανισμός; Εγώ από αυτά δεν έχω ιδέα!
-Μη σε νοιάζει ούτε αυτό, άλλαξε, τότε, ύφος η αλεπουδίτσα και πήρε το πονηρό της και το μάγκικο. Ξέρω ένα παιδί τζιμάνι, που ζει στην Αθήνα, συνονόματό σου. Αυτός εργάζεται σε ένα εργαστήριο για μικρά παιδιά, που το λένε «Προσχέδιο», όπου μου έχει πει πως είναι εκεί κάτι σαν αρχηγός. Και που έχω, βέβαια, τις αμφιβολίες μου για αυτό, γιατί όποτε βρεθώ εκεί, όλο κάτι ταινίες του έχουν τα άτιμα παιδιά κολλημένες στην πλάτη κι όλο κάτι του κάνουν και αυτός μένει κοκαλωμένος. Για αρχηγός δε μου φαίνεται γιατί δεν είναι, από τους μεγάλους, ο πιο σοβαρός. Όμως, αν του το ζητήσω, τα διαβολάκια του θα σου σκαρώσουν εύκολα τα σαράντα σχέδια που χρειάζεσαι. Γιατί, τα σχέδια αυτά, για να γίνουν, θέλουν ό,τι έχει ένα παιδί. Μικρό μυαλό και δάκτυλα μεγάλα… Μισό λεπτό! Ανάποδα τα είπα. Μεγάλο μυαλό και μικρά, μικρούλια δάκτυλα.
Για να μην τα πολυλογούμε, με τα πολλά, ο Κοκκινοσκουφάκης πείστηκε κι όλα έγιναν όπως τα είπε η αλεπουδίτσα. Τα παιδιά όχι μόνο έκαναν τα σχέδια, αλλά τα χάραξαν κιόλας πάνω σε τσιμέντο, για να μη χαλάσουν ποτέ. Κι ο Κοκκινοσκουφάκης με τους 40 νάνους τα πήρε και τα εφάρμοσε, όπως και όλα όσα το συμβούλεψε η μικρή αλεπουδίτσα, κατά γράμμα. Κι όταν τελείωσε τη δουλειά με τα καμπαναριά συνέχισε και πλημμύρισε τους κατοίκους της πόλης του με μικρότερα ρολόγια φτιαγμένα από νιφάδες. Που φυσικά σε εκείνους χρησίμευαν μόνο για να μετρούν με ακρίβεια αλλά και νοστιμάδα το χρόνο.
Κι από τότε, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα._
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Μετά από πολύ καιρό -επειδή όλα τρέχουν μαζί με το χρόνο κι όλα αλλάζουν- οι πάγοι έλιωσαν σε αυτή την περιοχή του Βόρειου Πόλου κι ο Κοκκινοσκουφάκης δεν εύρισκε πια νιφάδες για να κατασκευάζει τα ρολόγια του. Οι άνθρωποι για άλλη μια φορά δε μπορούσαν να συναντηθούν και να κάνουν όλα αυτά που οι άνθρωποι κάνουν μαζί.
Όμως κανείς δε χάνεται. Ένας άλλος εφευρέτης κατάφερε να φτιάξει γρανάζια από σίδερο και ρολόγια που δε λιώνουν. Που δε λιώνουν μα κάνουν το χρόνο πιο γυαλιστερό αλλά και πιο σκληρό.
Όσο για τον Κοκκινοσκουφάκη τον χρονοποιό, αυτός, μεταναστεύοντας πιο Βόρεια, μαζί με όλους του τους μαστόρους, με τις γνώσεις που είχε αποκτήσει από τη συναρμολόγηση των ρολογιών άνοιξε εργοστάσιο που κατασκευάζει δωρεάν –αν υπάρχει δωρεάν- παιχνίδια. Οι άνθρωποι από τότε ξαναθυμήθηκαν το παλιό του όνομα και το φωνάζουν Άγιο… (σαν και μένα) Βασίλη.
Βασίλης Σταθουλόπουλος
Χριστούγεννα 2015